Η Ουτοπική Βαριοπούλα

ΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΩΜΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΒΡΑΧΟΥ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ “ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ"

"Η ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ; ΚΑΙ ΑΝ ΝΑΙ, Ο ΑΙΩΝΑΣ ΜΑΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΕΣ;"

«Το τσιμέντο είναι το συνδετικό υλικό και βασικό συστατικό των σκυροδεμάτων και των κονιαμάτων. Οι ιδιότητες του τσιμέντου οφείλονται στο κύριο δραστικό συστατικό του, το κλίνκερ. Όταν το κλίνκερ έρθει σε επαφή με νερό δημιουργούνται παράγωγα -ελάχιστα διαλυτά στο νερό- τα οποία με την πάροδο του χρόνου αποκτούν σκληρή και δυνατή δομή».

 

Αυτό για το οποίο δεν μας ενημερώνει η ηλεκτρονική σελίδα γνωστής τσιμεντοβιομηχανίας από την οποία προέρχεται το ανωτέρω κείμενο είναι πως το τσιμέντο εσχάτως αναδείχθηκε ξανά σε ένα μείζον υποκείμενο των ημερών. Πώς άλλωστε να χαρακτηρίσεις ένα υλικό το οποίο εγκαλείται/αναδεικνύεται (ανάλογα την οπτική) ως σημαίνον τμήμα της κρατικής μας πολιτικής; 

 

Αυτή η νεωτερική βέβαια οπτική του σκυροδέματος δεν συνιστά κάτι το απόλυτα καινούργιο, αλλά αντίθετα έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά ιστορία χρήσεων και προσλήψεων. Στα χρόνια του μεσοπολέμου το τσιμέντο θα προβαλλόταν για πρώτη φορά ως το υλικό-ταυτόσημο του απόλυτου μοντερνισμού, ενώ ακολούθως η χρήση του θα καθόριζε την πορεία των πιο καινοτόμων αρχιτεκτονικών προσλήψεων του 20ου αιώνα. Από το Bauhaus, στο ρεύμα του μπρουταλισμού, το τσιμέντο υμνήθηκε και αναδείχθηκε για τον λειτουργισμό και την αισθητική του απλότητα στο πλέον εύπλαστο εργαλείο στα χέρια κορυφαίων αρχιτεκτόνων, από τον πολύ γνωστό Le Corbusier, έως και τον «δικό μας» Δημήτρη Πικιώνη. 

 

Το μπετόν βέβαια δεν ήταν μόνο μια ελιτίστικη σύλληψη της καλλιτεχνικής intellighenzia. Το τσιμέντο για τον 20ο αιώνα ήταν το μέλλον. Διετέλεσε τον πυλώνα της στεγαστικής και βιομηχανικής επανάστασης της σοβιετικής ένωσης, αναμόρφωσε το αστικό τοπίο πολλών ιταλικών και γερμανικών πόλεων, με μία έντονη δόση φασιστοειδούς αρχιτεκτονικής μεγάλυνσης, ενώ αναδείχθηκε και σε ένα υλικό-κλειδί του ψυχρού πολέμου για αμφότερες τις πλευρές, χάρη στην ικανότητά του να στεγάσει αντιδραστήρες και πυρηνικά όπλα.

 

Και κάπου εκεί, εγένετο η πολυκατοικία. Τι θα ήταν οι πόλεις χωρίς την οριζόντια ιδιοκτησία; Ποια θα ήταν η έκτασή τους; Υπάρχει αρκετή γη για να στεγάσει τον αστικό πληθυσμό; Ερωτήματα σαφώς, άκρως ρητορικά. Το αστικό φαινόμενο, όπως διαμορφώνεται από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά, βασίζεται στην αποκλειστική στέγαση του έμψυχου δυναμικού των πόλεων κάτω από τσιμεντένιες στέγες. Όσο υψηλότερο ένα κτήριο είναι, όσα περισσότερα παραθυράκια έχει, τόσο μεγαλύτερο prestige προστίθεται στην εκάστοτε πόλη και την πυροδοτική μηχανή της, την απανταχού δηλαδή και με την ευρύτερη έννοια βιομηχανία. 

 

Το τσιμέντο ωστόσο έχει καταστεί στις μέρες μας vintage ή και demodé. Οι πολυκατοικίες εγκαλούνται για την καταστροφή του αστικού τοπίου, η πόλη θεωρείται κάτι ενδιάμεσο από ερειπιώνα και amusement parc, ενώ η υποβάθμιση των περισσότερων άλλοτε ακμαζόντων περιοχών του άστεως τείνει να καταστεί κανονικότητα. Τη θέση του τσιμέντου πήρε το γυαλί και το σίδερο, συνδυασμός-φωτιά που την τελευταία 20ετία αγάπησαν όσο κανένα άλλο οι πολυεθνικές για τα αστικά γραφεία τους, ενώ εσχάτως την πρωτοκαθεδρία -θετικό αυτό- έχουν λάβει τα βιοκλιματικά κτήρια.

 

Στο δια ταύτα· η ουτοπική βαριοπούλα. Η ουτοπική βαριοπούλα έχει προκαθορισμένο καθήκον τη ρηγμάτωση. Η ρηγμάτωση είναι καθήκον άλλωστε κάθε καλής βαριοπούλας και μία βαριοπούλα που κατοικοεδρεύει στην χωρία της ουτοπίας δεν θα μπορούσε παρά να διακρίνεται από κάποιες αρετές.

 

Τσιμέντο + Βαριοπούλα = Ρήγμα, ρηγμάτωση, θραύση, διάνοιξη. 

Από την εξίσωση λείπει το αντικείμενο, το αντικείμενο πάνω στο οποίο εφαρμόζεται το υποκειμενοποιημένο τσιμέντο και το οποίο υπερασπίζεται η εξίσου -αν και μέσα από μία αντίθετη διαδικασία- υποκειμενοποιημένη βαριοπούλα. 

 

Το αντικείμενο δεν είναι άλλο από το αστικό τοπίο του σήμερα. Ωστόσο, το εν λόγω αστικό τοπίο δεν είναι ακριβώς και τόσο απροσδιόριστο. Δεν πρόκειται για το τσιμέντωμα του Χ κτηρίου στην 5η πάροδο αριστερά ενός Ψ δρόμου της πόλης. Όχι, όχι βαθύ και εξακολουθητικό.

 

Όποιος έχει διαβάσει το κείμενο μέχρι το σημείο τούτο, χωρίς να τον διαπεράσει μία κάποια πλήξη, η οποία θα τον οδηγούσε αυτοδίκαια στην άμεση εγκατάλειψή του, σίγουρα θέτει το αναμενόμενο -πριν λογικό ερώτημα: Και λοιπόν, για ποιο πράγμα μας ομιλείς; Είσαι από αυτούς που μιλάνε περί τσιμεντώματος του Ιερού Βράχου; Μήπως τελικά το άρθρο αυτό έχει πολιτικές στοχεύσεις; Και αν δεν αναφέρεσαι στην Ακρόπολη, δεν γίνεται, γράφεις σίγουρα άλλο ένα κείμενο για το θέατρο «Εμπρός»; Μήπως ρε ιερόσυλε σατανά δαιμονοποιείς το «επιτελικό κράτος», μήπως ρε ιερόσυλε σατανά δαιμονοποιείς τους καταληψίες; Γιατί μας κοτσάρεις μία ουτοπία, όπου λάχει;

 

Υπάρχει η γνώμη της πολιτικής, η γνώμη της επιστήμης και η γνώμη του πολίτη-παρατηρητή. Όσον αφορά στην πολιτική και τα δύο θέματα μπορούν να καυχώνται πως εργαλειοποιήθηκαν αρκούντως από τους πολιτικούς σχηματισμούς όλων των χρωμάτων, με τις δηλώσεις των παρατάξεων και των οργάνων τύπου τους να διατηρούν τον πάντα μεγαλόσχημο, αλαζονικό και σε υψηλές συγκεντρώσεις πολιτικάντικο λόγο τους.

 

Για το ζήτημα της Ακρόπολης η γνώμη της επιστήμης, πράγματι διίσταται. Το παρόν κείμενο ωστόσο, δεν θα αξιώσει να προσφέρει μία επιστημονική τοποθέτηση, πάνω στο ζήτημα. Αξίζει να παραπέμψει κανείς εδώ σε πρόσφατο Podcast της «Καθημερινής» (23/5/21), όπου ο ιθύνων νους των αλλαγών Μανόλης Κορρές, παραδίδει συνέντευξη για το ζήτημα στον διευθυντή της εφημερίδας, Αλέξη Παπαχελά. Προσωπικά βρίσκω τα επιχειρήματα του Κορρέ βάσιμα και αληθοφανή. Ομοίως προσωπικά, το αποτέλεσμα που αντικρίζω στον βράχο δεν τολμώ να πω ότι με ικανοποιεί. Ο Κορρές στο Podcast εμφανίζεται ως ο νηφάλιος ρεαλιστής επαΐοντας. Απαξιοί τον ρόλο των social media ως μέσου άσκησης κριτικής και εγκαλεί άπαντες για έλλειψη μίας σφαιρικής γνώσης γύρω από την επιστημονική του δράση. Το ερώτημα αυτοδίκαια τίθεται: Η αλλαγή στην Ακρόπολη είναι μία αλλαγή που ανήκει στον αιώνα μας; Και αν ναι, ο αιώνας μας δέχεται αυθεντίες; Αντί απάντησης θα τρέξω να σημειώσω πως το έργο, όπως -σωστά- εξηγεί ο Κορρές, είναι στον μεγαλύτερο βαθμό του αναστρέψιμο. Το μέλλον λοιπόν προδιαγράφεται λαμπρό και η Παλλάδα αδημονεί για μία επίστρωση -ποιος ξέρει- ίσως και με 3D printing. 

 

Οι επαΐοντες ήταν ανέκαθεν κοινωνικές μονάδες χρήσιμες για την ανθρωπότητα. Η ανθρωπότητα όμως, οφείλει να αδράξει την βαριοπούλα και να οριοθετήσει την δράση τους. Ακόμα και αν μία επέμβαση κριθεί εξ αρχής ή εκ των υστέρων ορθή, για να κριθεί ως τέτοια, πρέπει να έχει την επίγνωση ότι η βαριοπούλα θα δοκιμάσει τις αντοχές της και το τσιμέντο της Ακρόπολης σαφώς και δεν εξαιρείται από αυτό τον γενικό κανόνα. 

 

Το Θέατρο Εμπρός συνιστά μία σαφώς διαφορετική περίπτωση. «Ένα κατειλημμένο δημόσιο κτήριο στην υπηρεσία της τέχνης και των πολιτών». Η διατύπωση μοιάζει ιδεατή και εν πολλοίς είναι. Το Εμπρός -όσο αυτό λειτουργεί υπό καθεστώς αυτοδιαχείρισης- έχει τις ατέλειες του, έχει τα παράδοξα του, αλλά κυρίως έχει την πλήρη αδιαφορία της πολιτείας για την δραστηριότητα του, κάτι το οποίο -σε μεγάλο βαθμό δικαίως- αφήνει το ίδιο αδιάφορους και τους διαχειριστές του. Δεν συνιστά ψέμα λοιπόν, το ότι η πολιτεία στάθηκε ανίκανη να διαχειριστεί την περίπτωση του θεάτρου, παρά μόνο με επικοινωνιακού τύπου εκρήξεις καταστολής και παροδικών «τσιμεντωμάτων». Η βαριοπούλα πάλι, πιστή στο δικό της καθήκον, στάθηκε απόλυτα ικανή να διαρρήξει τους εκάστοτε κρατικούς φραγμούς νομιμότητας. 

 

Είναι κρίσιμο κανείς να καταλάβει ότι οι καταλήψεις και δη οι καταλήψεις που αξιώνουν να αναδειχθούν σε παράγοντες πολιτισμού είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν αφορά μόνο την ελληνική αστική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα εγγράφεται στο καταστατικό γίγνεσθαι κάθε αστικού κέντρου, απανταχού στον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει αυτοδίκαια ότι κάθε κατάληψη συνιστά έναν προμαχώνα που κάθε αγαθή κοινωνία και κράτος οφείλει να προασπίζεται. Τουναντίον, η εξασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που κάθε δημοκρατικό κράτος οφείλει να προσφέρει απαράκλητα στους πολίτες του. Ωστόσο, το Εμπρός έχει το ευτύχημα να πληροί τα κριτήρια μίας «καλής» κατάληψης. 

 

Ο χώρος του Εμπρός βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα αραιοκατοικημένη περιοχή του ιστορικού κέντρου, δίπλα σε πληθώρα άλλων χώρων διασκέδασης, με ό,τι αυτό σημαίνει για την όχληση που προκαλούν οι δραστηριότητες του, ενώ συνιστά και ιδιοκτησία του δημοσίου. Επιπρόσθετα, ο χώρος δεν άλλαξε, αλλά συνέχισε από το 2011 -οπότε ξεκινά η κατάληψη του χώρου- να υπηρετεί την ίδια λειτουργία με την προ 2006 εποχή του, οπότε και έπαυσε την δραστηριότητα του ως «νόμιμο» θέατρο. Από τότε το θέατρο αποτέλεσε αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους χώρους έκφρασης  για την ανερχόμενη καλλιτεχνική σκηνή της πρωτεύουσας. 

 

Σε αυτή την φωτεινή εικόνα του χώρου πρέπει σίγουρα κάποιος να προσθέσει και τα μελανά του σημεία. Ερωτήματα εγείρονται για το κατά πόσο ο χώρος υπήρξε καθόλη τη διάρκεια της αυτονομιστικής του χρήσης αδέσμευτος πολιτικά, το κατά πόσο τα κριτήρια του για να προσφέρει την σκηνή του ήταν ελεύθερα στον βαθμό που διατυμπανίζεται από την συνέλευσή του ή για το κατά πόσο η διεύθυνση του χώρου μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφάλεια των συμμετεχόντων στις εκδηλώσεις του (φαινόμενα μικροδιακίνησης σε νυχτερινές εκδηλώσεις και καταγραφή ενός περιστατικού βιασμού το 2019 σε «πάρτυ» οικονομικής ενίσχυσης θεατρικής ομάδας στον χώρο του θεάτρου).

 

Τα στοιχεία αυτά ωστόσο δεν αναιρούν την αναγκαιότητα ύπαρξης του χώρου, γιατί ένα αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο, αδέσμευτο από το θεατρικό κύκλωμα και τον χώρο του κέρδους είναι για κάθε άστυ ένας χώρος ουτοπίας και η παράνομη -μιας και συν τοις άλλοις το κτήριο είναι κηρυγμένο ως νεώτερο μνημείο- επίθεση του demodé πλέον σκυροδέματος στις όψεις του, απαιτούν την αντίστοιχη αντίδραση, αυτή της ουτοπικής βαριοπούλας. 

 

Αξίζουν μόνο να αναφερθούν ανάλογες πρωτοβουλίες σε κατειλημμένους χώρους στο εξωτερικό, όπου ο εκάστοτε δήμος όχι μόνο δεν υπέγραψε έγγραφα έγκρισης της τσιμεντοποίησης, όπως αυτό που υπέγραψε η «διεύθυνση πρασίνου και περιβάλλοντος του δήμου Αθηναίων», αλλά επέλεξε να πλαισιώσει και να ενισχύσει τον χώρο,  διατηρώντας το καθεστώς αυτοδιάθεσης του (βλ. Το παρισινό πρότζεκτ του «Grands Voisins»). Η έστω και καθυστερημένη δήλωση του δημάρχου της Αθήνας, η οποία τουλάχιστον στο επίπεδο των προθέσεων κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, μοιάζει ελπιδοφόρα. Το μέλλον της πόλης θα δείξει για το αν και κατά πόσο θα ληφθεί η αναγκαία πολιτική πρωτοβουλία για την διάσωση της ουτοπίας του «θεάτρου Εμπρός»· στο ενδιάμεσο η βαριοπούλα θα ρυθμίζει τις ισορροπίες. 

Image by Imani Bahati
outopiki variopoula 2 (3 of 4).jpg
outopiki variopoula 3 (1 of 1).jpg
outopiki variopoula (3 of 4).jpg
outopiki variopoula (2 of 4).jpg
outopiki variopoula 2 (2 of 4).jpg
outopiki variopoula 2 (1 of 4).jpg

ΛΕΞΕΙΣ: Πέτρος Φωκιανός

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Πέτρος Φωκιανός / Μαρίζα Καρύδη

  • Instagram
  • Instagram
  • Facebook
outopiki variopoula 2 (4 of 4).jpg