Αλέξανδρος Ιόλας

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

"Η ΙΔΙΑ Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΙΟΛΑ ΚΑΘΟΡΙΖΟΤΑΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ.

ΤΟ “ΑΥΞΟΥ ΑΕΙ” ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΖΕ Ο ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΕΙΧΕ ΡΙΖΩΣΕΙ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ."

Το ανέφελο καλοκαίρι του 2018 επρόκειτο να αποτελέσει σταθμό στη ζωή μου. Έναν σταθμό με το όνομα Αλέξανδρος Ιόλας. Ένα όνομα παντελώς άγνωστο για μένα. Μία τυχαία συγκυρία, που δεν φάνταζε στο ελάχιστο πιθανή να με στιγματίσει (θετικά) τόσο πολύ, κατάφερε να καθορίσει τη ζωή μου και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα.

 

Για τον Ιόλα δεν γνώριζα απολύτως τίποτα. Η περιέργειά μου, όμως, με ώθησε να ψάξω οτιδήποτε αναφέρεται σε εκείνον. Δεν βρήκα πολλά πράγματα. Μία τηλεοπτική εκπομπή και μερικά άρθρα, τα οποία ανακύκλωναν τις ίδιες πληροφορίες, ως επί το πλείστον. Εμένα, όμως, μου αρκούσαν αυτά τα λίγα για να θαυμάσω τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Η πρώτη μου «επαφή» με τον Ιόλα έγινε λίγους μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή, τη βίλα Ιόλα, όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν. Εκείνη η μέρα αποτελεί μια πολύ γλυκιά ανάμνηση στο μυαλό μου, σαν ένα όνειρο. Είχε διοργανωθεί από τον δήμο μια θεατρική παράσταση με τίτλο «Αλέξανδρος Ιόλας», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Νίκου Σταθούλη, στον κήπο του σπιτιού. Για μένα οι προσωπικές εμπειρίες είναι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσεις κάποιον. Δυστυχώς, όταν ανακάλυψα τον Ιόλα είχε πεθάνει τριάντα ένα χρόνια πριν.

 

Ο Ιόλας, λοιπόν, ήταν Έλληνας, με καταγωγή από τη Χίο. Ο πατέρας του, Ανδρέας Κουτσούδης, έφυγε σύντομα από το νησί και πήγε στην Αλεξάνδρεια για να αξιοποιήσει το εμπορικό του δαιμόνιο. Κάπως έτσι, βρέθηκε ο Ιόλας να αντικρίζει στις 25 Μαρτίου του 1908 για πρώτη φορά το φως του αλεξανδρινού ήλιου. Γεννήθηκε μια μέρα σπουδαία για την Ελλάδα. Την επέτειο της ανεξαρτησίας της. Εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε να γράφει η κασέτα μιας μυθιστορηματικής ζωής.

 

Μεγάλωσε σε μία ευκατάστατη οικογένεια, χάρη στην ενασχόληση του πατέρα του με το εμπόριο βαμβακιού. Από παιδί είχε έφεση στις τέχνες. Παντός είδους. Του άρεσε το πιάνο, ο χορός, το θέατρο, η ποίηση. Ο πατέρας του, όμως, δεν του επέτρεπε να αφοσιωθεί σε αυτά. Επιδίωκε να ακολουθήσει και εκείνος το εμπόριο βαμβακιού. Ο Ιόλας δεν το ήθελε καθόλου.

 

Όλα τα χρήματα που του έδιναν από το σπίτι, τα ξόδευε σε βιβλία. Στο βιβλιοπωλείο που πήγαινε, γνώρισε τον ποιητή Νίκο Νικολαΐδη. Εκείνος ήταν που τον σύστησε στον Καβάφη. Ο Ιόλας ήταν μόλις δεκαέξι ετών τότε. Τον συμπάθησε πολύ ο Καβάφης και τον καλούσε συχνά στο σπίτι του.

 

Μόλις τελείωσε το σχολείο το 1926, αποφάσισε να φύγει στην Ελλάδα. Η οικογένειά του δεν συμφωνούσε. Τότε πήγε στον Καβάφη και ζήτησε την βοήθειά του. Εκείνος του προσέφερε τρεις συστατικές επιστολές, μία προς τον Άγγελο Σικελιανό, μία προς τον Κωστή Παλαμά και μία προς τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Έτσι, το έσκασε από το σπίτι του και βρέθηκε στην Αθήνα. Όλοι τους τον βοήθησαν πολύ.

 

Τα μεσημέρια λάτρευε να πηγαίνει στην Ακρόπολη. Καθόταν στον Παρθενώνα ατελείωτες ώρες. Αργά το μεσημέρι ο αρχαιολογικός χώρος έκλεινε για τους τουρίστες. Ο διευθυντής της Ακρόπολης, όμως, του επέτρεπε να παραμένει και να χορεύει. Εκείνες τις στιγμές απαθανάτιζε η φωτογράφος Νέλλυ Σεραϊδάρη.

 

Οι γνωριμίες του στην Ελλάδα τον οδήγησαν το 1929 στο Βερολίνο. Εκεί σπούδασε σε σχόλη μπαλέτου και όπως αποδείχτηκε είχε μεγάλο ταλέντο. Χόρεψε στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Το 1933, εξαιτίας της ανόδου του Χίτλερ, έφυγε για το Παρίσι, όπου υπήρχαν οι μεγαλύτερες σχολές χορού.

 

Το 1933 ήταν, επίσης, η πρώτη φορά που ένιωσε την επιθυμία να αποκτήσει έναν πίνακα. Ήταν ένα έργο του De Chirico στη βιτρίνα μιας γκαλερί στο Παρίσι. Για να μπορέσει να αγοράσει τον πίνακα πωλούσε τις άκρες των μαλλιών του σε έναν διάσημο κομμωτή για να φτιάχνει ψεύτικες βλεφαρίδες που είχαν κάνει την εμφάνισή τους.

 

Τα χρόνια περνούσαν και ο Ιόλας είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για τον χορό. Έτσι, το 1946 άνοιξε την πρώτη του γκαλερί στην Αμερική. Επειδή δεν είχε αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα, αναγκάστηκε να μπει ως συνέταιρος. Τα εγκαίνια αποτέλεσαν ένα λαμπρό γεγονός. Οι New York Times έγραφαν: «Άνοιξε η αριστοκρατικότερη και ωραιότερη γκαλερί της Νέας Υόρκης».

Αυτό που έκανε ουσιαστικά ο Ιόλας ήταν η εναντίωση στα δεδομένα της Αμερικανικής Τέχνης. Οι γνωστοί στην Ευρώπη σουρεαλιστές, στις ΗΠΑ ήταν ανεπιθύμητοι. Γέμισε τις γκαλερί του με έργα των Max Ernst, Miro και Rene Magritte. Παρότι οι εκθέσεις του γίνονταν αποδέκτες διθυραμβικών κριτικών, τα έργα δεν ήταν ευπώλητα. Η απουσία οικονομικού κέρδους, περισσότερο τον πείσμωσε παρά τον αποθάρρυνε.

Έγινε ένας από τους πρώτους γκαλερίστες που δημιούργησαν ένα δίκτυο γκαλερί. Μία «αλυσίδα» που εκτεινόταν μέχρι τα πιο μεγάλα κέντρα της τέχνης. Οι συνεργασίες με λαμπρά ονόματα του έδωσαν την δυνατότητα να δημιουργήσει ένα δίχτυ από γκαλερί που να παγιδεύει μέσα του ολόκληρο τον κόσμο της τέχνης. Άνοιξε Alexandre Iolas Galleries σε Γενεύη (1963), Παρίσι (1964), Μιλάνο (1965), Ζυρίχη, Μαδρίτη, Ρώμη και πολλές ακόμα στη Νέα Υόρκη. Επίσης, εξέδωσε καταλόγους τέχνης και συλλεκτικά βιβλία καλλιτεχνών και ποιητών σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (Max Ernst, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης κ.α.).

Γνώρισε τον Picasso, τον De Chirico, τον Dali, τον Max Ernst, τον René Magritte και πολλούς άλλους. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες και ανέδειξε πολλούς ακόμα. Αυτό, όμως, που έκανε ξεχωριστή την γνωριμία και την συνεργασία του με όλους αυτούς τους ανθρώπους ήταν οι δεσμοί φιλίας που καλλιεργούσε. Ήταν εκεί σε κάθε δυσκολία, σε κάθε ανάγκη που είχε οποιοσδήποτε καλλιτέχνης. Για εκείνον, η συνεργασία τους δεν ήταν απλά μια εμπορική συμφωνία.

 

Έχοντας εδραιωθεί παγκοσμίως, στράφηκε στους Έλληνες καλλιτέχνες. Τους προωθούσε στο εξωτερικό και επιδίωκε την αναγνώριση της ελληνικής τέχνης. «Εξήγαγε» τους Τσαρούχη, Μόραλη, Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Τάκι, Τσόκλη και πολλούς ακόμα. Ίσως, ο Ιόλας ήταν ο μοναδικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Ελλάδα και την παγκόσμια τέχνη τον 20ο αιώνα.

Το 1976 πεθαίνει ο Max Ernst. Βαθιά στεναχωρημένος από την απώλεια του καλού του φίλου, παίρνει την απόφαση να κλείσει όλες του τις γκαλερί και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Ήδη από τη δεκαετία του '40, η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί στην Αγία Παρασκευή, σε μία έκταση περίπου 25 στρεμμάτων, όπου είχε χτιστεί ένα απλό οίκημα. Ο ίδιος περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε ένα αεροπλάνο. Ταξίδευε απ’ άκρη σ’ άκρη. Στην Ελλάδα ερχόταν τα καλοκαίρια. Όσο περνούσαν τα χρόνια το σπίτι μεγάλωνε. Προστίθονταν χώροι, όπου ο Ιόλας τοποθετούσε τα έργα της συλλογής του. Έτσι, σταδιακά, με διαρκείς επεκτάσεις, εξελίχθηκε από ένα απλό σπίτι, σε ένα μνημείο της ύπαρξής του.

 

Η ίδια η ύπαρξη του Ιόλα καθοριζόταν από μία ανάγκη για δημιουργία. Το «αύξου αεί» που πρόσταζε ο Σικελιανός είχε ριζώσει βαθιά στην ψυχή του. Ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο γράφει: «Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας». Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Ιόλας.

 

Εκτός των άλλων, ο Αλέξανδρος Ιόλας βρίσκεται πίσω από την δημιουργία του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (MOMus) στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο δώρισε 47 έργα τέχνης το 1984. Τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα μουσεία. Κυρίως τα ιδιωτικά. Πίστευε περισσότερο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Είχε κάνει δωρεές σε δώδεκα μεγάλα μουσεία του κόσμου, όπως το Metropolitan Museum of Art, το Museum of Modern Art στη Νέα Υόρκη, το Κέντρο George Pompidou στο Παρίσι κ.α. Ακόμη, είχε κάνει δωρεές στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ).  Είχε δωρίσει αρκετά έργα, καθώς πίστευε ότι η τέχνη είναι καλύτερο να χαρίζεται.

 

Ο Ιόλας, όμως δεν είχε μάθει να ζει σύμφωνα με την ελληνική νοοτροπία της δεκαετίας του 80’. Σύντομα η εκκεντρικότητα και η ευφυία του τον έφεραν αντιμέτωπο με την ελληνική κοινωνία. Το 1983 παραχωρεί μία συνέντευξη στο περιοδικό Γυναίκα, όπου χαρακτηριστικά λέει «Ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του. Ήταν γελοίος. Σήμερα είναι κατεστραμμένος, γι’ αυτό είναι πιο ωραίος. Δυστυχώς όμως του έχει μείνει το όνομα, όχι η ουσία…». Μέχρι πρότινος ο Ιόλας δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα. Ο σάλος που προκλήθηκε, όμως, τον έκανε για αρνητικούς λόγους αναγνωρίσιμο.

 

Η αρχή του τέλους ήρθε όταν προσέλαβε για την επιμέλεια της πλούσιας γκαρνταρόμπας του τον τραβεστί Αντώνη Νικολάου, γνωστότερο ως Κάλλας. Κάποια στιγμή ξεκινά μια σειρά κλοπών από την συλλογή στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή. Ένα μέρος των κλοπιμαίων βρέθηκε στην κατοχή του Νικολάου. Η ρήξη που ακολούθησε σήμανε και την παρακμή του. Τον απέλυσε και εκείνος ως αντίποινα έδωσε στα ΜΜΕ πληροφορίες και στοιχεία που ενοχοποιούσαν τον Ιόλα για αρχαιοκαπηλία. Λόγω της ιδιαίτερης εμφάνισής του, ο Νικολάου απορρίφθηκε από όλους τους δημοσιογράφους. Μόνο η Αγγελική Νικολούλη ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση. Έτσι, τον Μάρτιο του 1985 κυκλοφόρησε το άρθρο με τίτλο «Αποκαλύπτω: ποιοι κλέβουν την Ελλάδα». Στην συνέχεια κυκλοφόρησαν δημοσιεύματα που τον κατηγορούσαν για όργια με ανήλικους και ναρκωτικά.

 

Ο διασυρμός ήταν τέτοιος που για ένα μεγάλο διάστημα δεν υπήρχε εφημερίδα που να μην τον είχε πρωτοσέλιδο. Η δυσφήμιση που ακολούθησε δημιούργησε μια ρουφήχτρα που απείλησε όλους όσους βρίσκονταν στον κύκλο του. Καταθέσεις, χαρακτηρισμοί και κατηγορίες παρέσυραν όποιον έβλεπαν κοντά στον Ιόλα. Δεν δίστασαν να εμπλέξουν και τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον εγκαταλείψουν σχεδόν όλοι.

 

Παρά την αντιπάθεια που επικρατούσε στην Ελλάδα, στο εξωτερικό ο Ιόλας ήταν κορυφαίος στον χώρο της τέχνης και έχαιρε θαυμασμού από τους πάντες. Διάσημοι φίλοι του απ’ όλον τον καλλιτεχνικό και πολιτικό κόσμο υπέγραψαν μία διακήρυξη προς την συνείδηση του ελληνικού λαού που είχε συντάξει ο Κώστας Γαβράς. Μεταξύ των τετρακοσίων υπογραφών υπήρχε και αυτή του Francois Mitterand.

 

Παρά τις επίμονες προσπάθειες των ανθρώπων που τον αγαπούσαν να τον πείσουν να εγκαταλείψει την Ελλάδα, εκείνος δεν δεχόταν να παραδοθεί. Έτσι, το τέλος δεν άργησε να έρθει. Η υγεία του κλονιζόταν από την ψυχολογική πίεση που του ασκούσε ο Τύπος. Η δημιουργικότητά του μαραινόταν από την αδιάκοπη άμυνα. Αμυνόταν ενάντια στους πάντες. Αμυνόταν για να μπορέσει να επιβιώσει.

 

Στις 8 Ιουνίου του 1987 ο Ιόλας υπέκυψε στον ιό του Aids στο νοσοκομείο «New York Hospital» όπου νοσηλευόταν. Το σώμα του αποτεφρώθηκε και τοποθετήθηκε σε έναν τάφο που είχε παραχωρήσει ο Δήμος της Αγίας Παρασκευής, λόγω της δωρεάς δύο στρεμμάτων για τη δημιουργία πλατείας με έργα μοντέρνας τέχνης. Έκτοτε, το όνομά του άρχισε να σβήνει από την μνήμη του κόσμου. Ευτυχώς για όλους μας, υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να τραβήξουν τον Ιόλα από την λήθη και να τον αναστήσουν στο σήμερα. Ένας απ’ αυτούς, είμαι κι εγώ.

ΠΗΓΕΣ

Ν. ΣΤΑΘΟΥΛΗΣ, IOLAS, ΡΟΔΟΛΙΒΟΣ, 2018 

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ, IOLAS THE LEGACY, 2018 

ΚΑΙ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ "ΒΙΛΑ ΙΟΛΑ, ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟ"

img_7583.jpg
IMG_3164.JPG
  • Instagram
  • Instagram
  • Facebook
150032923_490741762324843_75792538588391