Από το Τέμενος των Μουσών στο σημερινό μουσείο

ΜΙΑ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ

Από μικρός θυμάμαι να τρέχω στα μουσεία. Μεγαλωμένος στο Άργος, με το σπίτι μου κοντά στο αρχαίο θέατρο και με συχνές επισκέψεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο, μάλλον κάπως έτσι μου μπήκε το μικρόβιο του αρχαιολόγου. Πάντα ένιωθα έλξη για κάθε νέα πληροφορία για το παρελθόν, την ιστορία, τους μύθους, χωρίς να ξέρω το γιατί. Στην Τρίτη λυκείου, μία δασκάλα μου, μου λέει “γιατί δεν γίνεσαι αρχαιολόγος;”. Τότε η αγάπη για τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους βρήκε το νόημά της.

 

Η ημέρα που ξεκινούσαν οι Πανελλήνιες εξετάσεις που θα με οδηγούσαν στη σχολή και το τμήμα που θα ήθελα, γνώριζα πόσο σημαντική μέρα ήταν. Ήταν η ημέρα των μουσείων! Η 18η Μαΐου, λοιπόν, έχει καθιερωθεί από το 1977 ως Διεθνής Ημέρα Μουσείων (International Museum Day). Σκοπός του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το οποίο και την όρισε, ήταν και είναι η ανάδειξη του ρόλου των μουσείων στη σύγχρονη κοινωνία. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του ICOM, ο συμβολισμός αυτής της επετείου στοχεύει στην ανάδειξη των μουσείων σε φορείς πολιτισμικών ανταλλαγών “με σκοπό την ενίσχυση της μόρφωσης, την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης, την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των λαών”.

 

Τι είναι, όμως, στα αλήθεια ένα μουσείο; Πώς δημιουργήθηκαν οι χώροι που σήμερα ονομάζουμε μουσεία και, για εμάς, έχουν μια πολύ συγκεκριμένη χρήση; Κυρίως θα εξετάσουμε συνοπτικά την εξέλιξη του όρου ανά τους αιώνες, ενώ θα μπορούσαμε και μελλοντικά να πούμε περισσότερα για τα μουσεία του σήμερα.

 

Το μουσείο προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “Μουσείον”, η οποία αναφέρεται στο Τέμενος των Μουσών, τον χώρο δηλαδή όπου ασκείται η απόδοση λατρείας και τιμών στις προστάτιδες των Τεχνών, Μούσες, τις 9 κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. 

Σύμφωνα με τον τελευταίο ορισμό του μουσείου, από το ICOM, το 2007, «Μουσείο είναι ένας μη κερδοσκοπικός μόνιμος θεσμός/οργανισμός στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοιχτός στο κοινό, ο οποίος αποκτά, συντηρεί, ερευνά, προβάλλει και εκθέτει την υλική και άυλη κληρονομιά της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντός της, με στόχο την εκπαίδευση, μελέτη και ψυχαγωγία». 

 

Αυτός ο ορισμός αποτελεί την τροποποίηση του πρώτου ορισμού του 1974 στον οποίο προστέθηκε και η προβολή και έκθεση και της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς έγινε και η κατάλληλη διόρθωση στη διατύπωση του ορισμού, με σκοπό την καλύτερη μετάφρασή του και σε άλλες γλώσσες εκτός από τα γαλλικά .

 

Ως πρώτο μουσείο θα μπορούσε να θεωρηθεί, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ., η συλλογή γλυπτών και πινακίδων-εγγράφων από το παλάτι του Ναβουχοδονόσορα, στη Βαβυλώνα. Επιπλέον, συλλογές εντοπίζονται και στην αρχαία Ελλάδα, στα Ιερά που γινόταν η προβολή και φύλαξη των θυσαυρών - προσφορών κάθε πόλης, αλλά και του θησαυρού του ίδιου του Ιερού. Υπάρχουν, βέβαια, και αναφορές σε πινακοθήκες από την αρχαιότητα, όπως αυτή της βόρειας πτέρυγας των Προπυλαίων, στην Ακρόπολη, του 5ου αι. π.Χ, στην Αθήνα. 

 

Στην Αλεξάνδρεια, λειτουργούσε το γνωστό «μουσείο» του Πτολεμαίου Σωτήρα με την περίφημη  Βιβλιοθήκη από τον 3ο αι. π.Χ. μέχρι την καταστροφή του τον 3ο αι. μ.Χ. Έπειτα, στη Ρωμαϊκή περίοδο, ο όρος museum αναφέρεται κυρίως σε χώρους φιλοσοφικών συζητήσεων, χωρίς να απουσιάζουν, φυσικά, οι τεράστιες προσωπικές συλλογές αρχαιοτήτων από τους αυτοκράτορες και τα πλουσιότερα στρώματα. 

 

Στα χρόνια του Μεσαίωνα που ακολουθούν, η έκθεση και συλλογή έργων επικεντρώνεται σε εικόνες και λατρευτικά αντικείμενα, κυρίως στα μοναστηριακά συγκροτήματα. Η αγάπη για τα μνημεία και την αρχαιότητα συνεχίζει να υπάρχει και βιώνει μια αναζωπύρωση πάλι στον 14ο αιώνα με τον Ουμανισμό και την εξύμνηση του παρελθόντος από λογοτέχνες, όπως ο Πετράρχης και ο Βοκάκιος, και περιηγητές, όπως ο Κυριάκος της Αγκώνας.

Φτάνουμε, αισίως, στον 15ο αιώνα και την Αναγέννηση, όπου ως μουσείο περιγράφεται η μεγάλη συλλογή του Λαυρέντιου των Μεδίκων. Αργότερα, στην Ευρώπη του 16ου αιώνα εμφανίζονται τα λεγόμενα «cabinets of ciriosities» για την έκθεση αξιοπερίεργων αντικειμένων. Δημιουργούνται σταδιακά και εκθέσεις έργων τέχνης σε ειδικά σχεδιασμένες αίθουσες, κυρίως από βασιλείς, οι οποίοι μανιωδώς επενδύουν στην αγορά έργων τέχνης κάθε είδους ως σύμβολα εξουσίας, εντυπωσιασμού και επίδειξης πλούτου.

Τον 17ο και 18ο αιώνα, γίνονται μελέτες στη Γαλλία και την Αγγλία και γεννιέται ο αρχαιοδηφισμός. Έτσι, ξεκινούν οι πρώτες αποστολές ανασκαφών με την παράλληλη ανακάλυψη των πόλεων του Βεζουβίου, ενώ την ίδια στιγμή, στη Γερμανία, ξεκινά η επιστήμη της αρχαιολογίας, με τη συγγραφή της Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης του Winckelman το 1764. Οδηγούμαστε, λοιπόν, στο άνοιγμα των πρώτων «δημόσιων» μουσείων που συνδέονται στενά με πανεπιστημιακά ιδρύματα, όπως το Ashmolean στην Οξφόρδη (1683). 

 

Η ιδέα των ελεύθερων, στο κοινό, μουσείων εξαπλώνεται τον 18ο αιώνα με τον Διαφωτισμό και έχουμε την ίδρυση δύο πολύ σημαντικών μουσείων. Του Βρετανικού, στο Λονδίνο (1753), και του Λούβρου, στο Παρίσι(1793), ανοίγοντας ένα νέο δρόμο στην προσέγγισή τους. Ειδικά η ιστορία του Λούβρου είναι πολύ ιδιαίτερη και θα ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια δημιουργία των νέων μουσείων, που θα επηρεαστεί πολύ από όλες τις πολιτικές εξελίξεις του 19ου αιώνα. Έτσι, φτάνουμε στη δημιουργία ενός «νέου» μουσείου, κοντά σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα, και του οποίου τη λειτουργία πολλοί ερευνητές έχουν αναλύσει με την εκάστοτε προσέγγισή τους.

 

Κατά τον 20ό αιώνα, η έννοια του μουσείου εξελίσσεται και αρχίζει να έχει νέες προσεγγίσεις. Δημιουργούνται μουσεία με διαφορετικές θεματολογίες και ξεκινά η  οργάνωσή τους ως αυτόνομοι οργανισμοί, αντιμετωπίζοντας με μεγαλύτερο επαγγελματισμό τα νέα δεδομένα. 

 

Η εξέλιξη των μουσείων μπορεί να μελετηθεί από πολλές πλευρές, τόσο με άξονα την ανάπτυξή τους στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και πώς αυτά δημιουργήθηκαν, εξελίχθηκαν και λειτουργούν και σήμερα στην Ελλάδα. Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό, να μην ξεχνάμε ότι τα μουσεία εκτός από την έκθεση των αντικειμένων, είναι υπεύθυνα και για τη συντήρηση και φύλαξη των έργων που τους ανήκουν.

 

Μαζί, όμως, με την ανάγκη έκθεσης-φύλαξης-συλλογής αντικειμένων, τα μουσεία πολλές φορές συνδέονται και με την καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης και τη σύνδεσή της με το παρελθόν.  Η γέννηση της ιστορικής σκέψης ξεκινά ήδη από την κλασική εποχή, με έκρηξη του ενδιαφέροντος για το παρελθόν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι ταυτόσημη με τη δημόσια. Τις περισσότερες φορές, η δημόσια μνήμη αποκλίνει από την πραγματική ιστορία στον βωμό των συμφερόντων και αποτελώντας όπλο στα χέρια ηγετών. Κύριο κριτήριο συγγραφής αυτής της ιστορίας είναι η επιλεκτική μνήμη, στην οποία δίνεται το άλλοθι της διαφορετικής αντίληψης και οπτικής όσων έχουν γίνει.

 

Προς αποφυγή, λοιπόν, ακραίων καταστάσεων και εθνικιστικών αναμείξεων, θα πρέπει σε κάθε επιστήμη και, στην περίπτωση μας, στα μουσεία -ως χώροι συνυφασμένοι με αυτές- να καταργούνται τα εθνικά σύνορα, χωρίς να χάνονται όμως οι ιδιαιτερότητες κάθε λαού, οι παραδόσεις του, η ταυτότητά του και καθετί που τον κάνει διαφορετικό και, εν τέλη, που του δίνει την ιδιαίτερη ομορφιά του. Τα μουσεία και με τη σειρά της η επιστήμη της αρχαιολογίας μπορούν να γίνουν αρωγοί στην αλλαγή μελέτης των κοινωνιών.

 

Αφού αναφέρθηκε συνοπτικά η ιστορία και η εξέλιξη του μουσείου και η σύνδεσή του με την ιστορία, κρίνεται απαραίτητη και μια σύντομη διευκρίνηση της λειτουργίας και του σκοπού του. Ένα μουσείο πρέπει να λειτουργεί με ηθικά κριτήρια και να να μην εξυπηρετεί πολιτικές. Οφείλει να συλλέγει νόμιμα εκθέματα και έργα με σκοπό τη διάσωση, συντήρηση και έκθεσή τους, και όχι με στόχο το κέρδος.

 

Τέλος, η ευθύνη του μουσείου συνδέεται άμεσα με την ευθύνη του αρχαιολόγου και των ιστορικών της τέχνης και γι’ αυτό τον λόγο, κυρίως σε αρχαιολογικά μουσεία, οι υπεύθυνοι δεν θα πρέπει να αρκούνται στις μουσειολογικές  και εκθεσιακές γνώσεις ή στις γνώσεις διαχείρισης πολιτισμού, αλλά να εμβαθύνουν περισσότερο, κάνοντας τα μουσεία έναν ναό πολιτισμού και τέχνης, στον οποίο μπορεί να καταφύγει ο κάθε πολίτης, χωρίς καμία διάκριση.

 

Θα σας αποχαιρετήσω με ένα απόσπασμα από ένα ποίημα  του Γ. Σεφέρη:

 

 

B΄ Ο ηδονικός Ελπήνωρ

Κι όμως τ’ αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα
γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό
κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος·
λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ’ ένα ανθρώπινο βάρος.

Δεν το ξεχνάς.
— Τ’ αγάλματά είναι στο μουσείο.
— Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες
κι όμως την ξέρεις.

ΛΕΞΕΙΣ: Δημήτρης Σχοινοχωρίτης

  • Instagram
  • Facebook
  • Instagram
  • Facebook
μουσείο ακρόπολης-5.jpg
μουσείο ακρόπολης-7.jpg
μουσείο ακρόπολης-2.jpg

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ​

Μ. Οικονόμου, Μουσείο: αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός: μουσειολογικοί προβληματισμοί και ζητήματα, Αθήνα, Κριτική, 2003

A. Desvallées, F. Mairesse (επιμ.), Σ. Λάππας (μτφρ.), Βασικές Έννοιες της Μουσειολογίας, 2010.

Ε. Γιαλούρη(επιμέλεια) , Υλικός πολιτισμός: η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, Αθήνα : Αλεξάνδρεια, 2012

Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, Οδοιπορικό από την αρχαία ελληνική τέχνη στη σύγχρονη ζωή: δέκα μαθήματα αρχαιολογίας, Αθήνα : Λιβάνης, 2008

P. Shackel, Public Memory and the Search for Power in American Historical Archaeology, American Anthropologist, Vol. 103, No. 3,2001, pp. 655-670

N. Galanidou, The Palaeolithic for Children. Text and Identity, στο: Liv Helga Dommasnes – M. Wrigglesworth (επιμ.), Children, Identity and the Past, 2008